15.7.06
Φως
Μεγάλωσα στον Έβρο και κατάγομαι από ακριτικό χωριό.
Όταν ήμουν μικρός για μένα δεν υπήρχαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Υπήρχαν μόνο τα τρία. Βορράς, Νότος και Δύση. Η Ανατολή δεν υπήρχε. Βέβαια, μιλάμε για μια ηλικία, όπου ο Βορράς ήταν απλά "επάνω", ο Νότος "κάτω" κοκ. Το αριστερά λοιπόν, δεν υπήρχε. Γιατί; Γιατί πολύ απλά κανείς δεν αναφερόταν ποτέ σε κείνα τα μέρη. Κανείς δεν ερχόταν ποτέ από κείνα τα μέρη και κανείς δεν πήγαινε ποτέ σε κείνα τα μέρη. Δεν υπήρχαν καν μέρη εκεί. Ήταν ένα τίποτα, κενό. Κι όμως, όταν πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς μου, από τα τελευταία σπίτια του χωριού, σε ύψωμα, έβεπα ότι στο "τίποτα" έκαιγε φως! Έβλεπα λάμπες που έσβηναν και που ξανάναβαν.
Δεν μπορούσα να δώσω κάποια εξήγηση. Μα γιατί να καίνε εκεί λάμπες; Ποιος τις ανάβει, ποιος τις σβήνει, ποιος τις αλλάζει όταν χαλάνε; Και προπαντώς: γιατί καίνε... αφού δεν είναι κανείς εκεί; Δεν ξέρω πως την είχα δει με το παιδικό μου τότε μυαλό, αλλά μάλλον θα είχα πλάσει ένα είδος θρίλερ αλά Χίτσκοκ και Στίβεν Κινγκ γύρω από αυτό το μυστήριο. Και έτσι δεν τόλμησα κιόλας ποτέ μου να ρώτησω κάποιον. Πέρασαν τα χρόνια, φύγαμε και από το χωριό και μάλλον θα ξεγράφτηκε το μυστήριο χωρίς λύση από το μυαλό μου.
Πριν κάτι χρόνια, ήμουν στο αυτοκίνητο με την αδερφή μου. Κατεβαίναμε από το Σουφλί. Οδηγούσε αυτή. Εγώ αγνάντευα από το παράθυρο την τόσο ξεχωριστή και πανέμορφη θρακική φύση. Αρχίζει και βραδιάζει, και στα "αριστερά" αρχίζουν και ανάβουν φώτα. Με μία αφάνταστα παιδική αφέλεια, ρωτάω: "Τι φώτα είναι αυτά, μεσ' στη μέση του πουθενά; Έχει χωριά από 'κεί;". "Τουρκικά θα είναι", απαντάει. Ένιωσα τόσο βλάκας εκείνη τη στιγμή... αλλά και τόσο ευτυχισμένος, που επιτέλους λύθηκε το μυστήριο. Ένα μυστήριο που είχα ξεχάσει τελείως, αλλά το θυμήθηκα εκείνη τη στιγμή. Όλα τα θυμήθηκα, το σπίτι της γιαγιάς, τα φώτα, τα συναισθήματα σε εκείνη την ηλικία, ένιωσα σα να ήμουν πάλι 5 χρονών. Υποσυνείδητα όμως. Συνειδητά, έδειξα ικανοποιημένος με την απάντηση, απόρρησα γιατί δεν το είχα σκεφτεί ο ίδιος και το πήρα στο ντούκου.
Πρόσφατα τη θυμήθηκα την παραπάνω ιστορία, σε μια φάση ψευδοσυλλογισμού.
Την ίδια μέρα λοιπόν, καθώς σερφάρω στο δίκτυο, σκοντάφτω σε ένα βιντεοκλίπ. Μια ελληνοτουρκική συνεργασία της Μαντούς με τη Σερτάμπ, πολύ πριν κερδίσει η τελευταία τη Γιουροβίζιον. Δίγλωσσος ο στίχος, ο τίτλος: Ask / Fos. Δε σκέφτομαι τίποτα και το κατεβάζω. Το βλέπω με μισό ενδιαφέρον, περισσότερο κριτήκαρα το ντύσιμο και το στυλ της εποχής, σκέφτηκα πόσο έχει παχύνει πια η Μαντώ, πόσο έχει αγριέψει η Σερτάμπ κτλ. Μέχρι που ακούω τη Σερτάμπ να τραγουδάει στα ελληνικά: "Φώς, τούτο το Φώς, σβήνει πληγές και μίση παλιά". Και σκέφτομαι: μα ποιος είναι αυτός που μου κάνει πλάκα, τι συμπτώσεις μπορούν να υπάρξουν πια, και γιατί άλλωτε σε κάτι τέτοια δε δίνω σημασία;
Αφορμή για τη σύνταξη του παραπάνω κείμενου ήταν κάποιος -ας τον πούμε- φίλος, σχεδόν του ανήκει.
Όταν ήμουν μικρός για μένα δεν υπήρχαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Υπήρχαν μόνο τα τρία. Βορράς, Νότος και Δύση. Η Ανατολή δεν υπήρχε. Βέβαια, μιλάμε για μια ηλικία, όπου ο Βορράς ήταν απλά "επάνω", ο Νότος "κάτω" κοκ. Το αριστερά λοιπόν, δεν υπήρχε. Γιατί; Γιατί πολύ απλά κανείς δεν αναφερόταν ποτέ σε κείνα τα μέρη. Κανείς δεν ερχόταν ποτέ από κείνα τα μέρη και κανείς δεν πήγαινε ποτέ σε κείνα τα μέρη. Δεν υπήρχαν καν μέρη εκεί. Ήταν ένα τίποτα, κενό. Κι όμως, όταν πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς μου, από τα τελευταία σπίτια του χωριού, σε ύψωμα, έβεπα ότι στο "τίποτα" έκαιγε φως! Έβλεπα λάμπες που έσβηναν και που ξανάναβαν.
Δεν μπορούσα να δώσω κάποια εξήγηση. Μα γιατί να καίνε εκεί λάμπες; Ποιος τις ανάβει, ποιος τις σβήνει, ποιος τις αλλάζει όταν χαλάνε; Και προπαντώς: γιατί καίνε... αφού δεν είναι κανείς εκεί; Δεν ξέρω πως την είχα δει με το παιδικό μου τότε μυαλό, αλλά μάλλον θα είχα πλάσει ένα είδος θρίλερ αλά Χίτσκοκ και Στίβεν Κινγκ γύρω από αυτό το μυστήριο. Και έτσι δεν τόλμησα κιόλας ποτέ μου να ρώτησω κάποιον. Πέρασαν τα χρόνια, φύγαμε και από το χωριό και μάλλον θα ξεγράφτηκε το μυστήριο χωρίς λύση από το μυαλό μου.
Πριν κάτι χρόνια, ήμουν στο αυτοκίνητο με την αδερφή μου. Κατεβαίναμε από το Σουφλί. Οδηγούσε αυτή. Εγώ αγνάντευα από το παράθυρο την τόσο ξεχωριστή και πανέμορφη θρακική φύση. Αρχίζει και βραδιάζει, και στα "αριστερά" αρχίζουν και ανάβουν φώτα. Με μία αφάνταστα παιδική αφέλεια, ρωτάω: "Τι φώτα είναι αυτά, μεσ' στη μέση του πουθενά; Έχει χωριά από 'κεί;". "Τουρκικά θα είναι", απαντάει. Ένιωσα τόσο βλάκας εκείνη τη στιγμή... αλλά και τόσο ευτυχισμένος, που επιτέλους λύθηκε το μυστήριο. Ένα μυστήριο που είχα ξεχάσει τελείως, αλλά το θυμήθηκα εκείνη τη στιγμή. Όλα τα θυμήθηκα, το σπίτι της γιαγιάς, τα φώτα, τα συναισθήματα σε εκείνη την ηλικία, ένιωσα σα να ήμουν πάλι 5 χρονών. Υποσυνείδητα όμως. Συνειδητά, έδειξα ικανοποιημένος με την απάντηση, απόρρησα γιατί δεν το είχα σκεφτεί ο ίδιος και το πήρα στο ντούκου.
Πρόσφατα τη θυμήθηκα την παραπάνω ιστορία, σε μια φάση ψευδοσυλλογισμού.
Την ίδια μέρα λοιπόν, καθώς σερφάρω στο δίκτυο, σκοντάφτω σε ένα βιντεοκλίπ. Μια ελληνοτουρκική συνεργασία της Μαντούς με τη Σερτάμπ, πολύ πριν κερδίσει η τελευταία τη Γιουροβίζιον. Δίγλωσσος ο στίχος, ο τίτλος: Ask / Fos. Δε σκέφτομαι τίποτα και το κατεβάζω. Το βλέπω με μισό ενδιαφέρον, περισσότερο κριτήκαρα το ντύσιμο και το στυλ της εποχής, σκέφτηκα πόσο έχει παχύνει πια η Μαντώ, πόσο έχει αγριέψει η Σερτάμπ κτλ. Μέχρι που ακούω τη Σερτάμπ να τραγουδάει στα ελληνικά: "Φώς, τούτο το Φώς, σβήνει πληγές και μίση παλιά". Και σκέφτομαι: μα ποιος είναι αυτός που μου κάνει πλάκα, τι συμπτώσεις μπορούν να υπάρξουν πια, και γιατί άλλωτε σε κάτι τέτοια δε δίνω σημασία;
Αφορμή για τη σύνταξη του παραπάνω κείμενου ήταν κάποιος -ας τον πούμε- φίλος, σχεδόν του ανήκει.